αἰτιολογητέον

αἰτιο-λογητέον, verb. Adj.
A one must investigate causes, Epicur.Ep.1p.29U.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰτιολογητέον — one must investigate causes masc acc sg αἰτιολογητέον one must investigate causes neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιτιολογητέον — αἰτιολογητέον (Α) [αἰτιολογῶ] πρέπει κανείς να ερευνήσει, να αναζητήσει τις αιτίες …   Dictionary of Greek

  • αιτιολογώ — ( έω) (Α αἰτιολογῶ) ερευνώ, εξηγώ, αναφέρω την αιτία, δικαιολογώ νεοελλ. διατυπώνω λογικά επιχειρήματα για την υποστήριξη μιας γνώμης, μιας αποφάσεως ή ενέργειας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αιτία + λογώ < λογος < λέγω. ΠΑΡ. αιτιολογία, αιτιολογικός αρχ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.